Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΜΟΥΤΖΑΧΕΝΤΙΝ: ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

«...τη στιγμή που η κυβέρνηση υποχρηματοδοτεί την εκπαίδευση και δεν έχει εκπληρώσει τις υποσχέσεις της για αύξηση της χρηματοδότησής της, αποτελεί πρόκληση η δημιουργία και συντήρηση 4 ΑΕΙ για την εξυπηρέτηση της εκκλησιαστικής ηγεσίας...»
Την περίοδο που στην ελληνική κοινωνία αρχίζει να γίνεται κατανοητή η ανάγκη διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας και ένας σημαντικός αριθμός πολιτών συμφωνεί με αυτή την προοπτική, η κυβέρνηση της Ν.Δ. καταθέτει στη βουλή το νομοσχέδιο ανωτατοποίησης των εκκλησιαστικών σχολών. Ένα νομοσχέδιο που αποτελεί βαρύτατο πλήγμα στις αξίες της ανώτατης εκπαίδευσης, ενισχύει τον εναγκαλισμό κράτους και ιεραρχίας και αποτελεί μέρος της ανταπόδοσης του κυβερνώντος κόμματος (δεξιά του Κυρίου) για τη στήριξη που του παρείχε προεκλογικά η εκκλησιαστική εξουσία.
Αποτελεί εύλογο ερώτημα ποια θα είναι η χρησιμότητα των “ανώτατων εκκλησιαστικών ακαδημιών ”, τη στιγμή που ήδη υφίστανται θεολογικές σχολές, στις οποίες είχαν τη δυνατότητα να μετέχουν της ανώτατης εκπαίδευσης όσοι ιερωμένοι το επιθυμούσαν. Λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω δεδομένο, η απάντηση είναι προφανής: Η ηγεσία της εκκλησίας θέλει να δημιουργήσει ιδρύματα προπαγάνδας για να ετοιμάζουν πτυχιούχους πιστούς στα «ιδανικά» της. Ο στόχος αυτός καθίσταται σαφής από την ανάγνωση του πλαισίου λειτουργίας των αγιατολλάχ-ΑΕΙ.
Πρώτα από όλα, ο τρόπος εισαγωγής των υποψηφίων καταργεί κάθε έννοια ίσης πρόσβασης στα κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 4, πρόσβαση έχουν μόνο οι χριστιανοί ορθόδοξοι και ειδικά για τα προγράμματα ιερατικών σπουδών, μόνο άρρενες υποψήφιοι. Πρόκειται για πρωτοφανείς διακρίσεις στα ελληνικά ΑΕΙ. Αλλά και μετά τον προαναφερθέντα αποκλεισμό, οι αδικίες δεν σταματούν. Κριτήριο εισαγωγής θα είναι και το αποτέλεσμα προφορικής συνέντευξης ενώπιον επιτροπής την οποία θα προτείνει το διορισμένο Ανώτατο Επιστημονικό Συμβούλιο και στην οποία θα συνεκτιμάται συστατική επιστολή του οικείου μητροπολίτη (παρόμοιες διέθετε και ο Απ. Βαβύλης). Δημιουργείται έτσι ένα αντισυνταγματικό και διαβλητό σύστημα εισαγωγής που θα επιτρέπει στην ιεραρχία να επιλέγει και να προωθεί τους εκλεκτούς της.
Παράλληλα, η διοίκηση των εκκλησιαστικών ακαδημιών θα στερείται κάθε έννοιας δημοκρατίας, καθώς το -υπεύθυνο για όλα- Ανώτατο Επιστημονικό Συμβούλιο (του οποίου την προεδρία ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος επιθυμούσε διακαώς) θα απαρτίζεται από 7 μέλη, όλα ορισμένα, 4 από τον υπουργό Παιδείας και 3 από την ιεραρχία. Οι επιλεγμένοι διοικητές θα επιλέγουν και τον πρόεδρο του ακαδημαϊκού συμβουλίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται η λειτουργία των σχολών κατά τα πρότυπα που διδάχτηκε ο αρχιεπίσκοπος τον καιρό που διάβαζε στη χούντα, ενώ εξαφανίζεται αυτοδιοίκηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Συντάγματος.
Ο έλεγχος που θα ασκείται από τα πάνω θα επεκτείνεται και στον διευθυντή σπουδών, παρέχοντας τη δυνατότητα στους ιεράρχες να καθορίζουν το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και να μεθοδεύουν καλύτερα το δρόμο των φοιτητών προς την πνευματική και θρησκευτική μονολιθικότητα, ούτως ώστε κάποια μέρα να τους διαδεχθούν επάξια και έχοντας εμπεδώσει πλήρως τις αρχές της αδελφότητας της Χρυσοπηγής. Ταυτόχρονα, σε αντίθεση με ότι προβλέπει ο νόμος πλαίσιο για τη λειτουργία των ΑΕΙ (1268/82) στο άρθρο 14: «Προϋπόθεση για εκλογή σε θέση ΔΕΠ είναι η κατοχή διδακτορικού διπλώματος», το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αναφέρει (άρθρο 10) πως «Η προϋπόθεση κατοχής διδακτορικού διπλώματος δεν ισχύει κατ’ εξαίρεση, για γνωστικά αντικείμενα εξαιρετικής και αδιαμφισβήτητης ιδιαιτερότητας, για τα οποία δεν είναι δυνατή ή συνήθης η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής», χωρίς να δίνεται κανένα παράδειγμα, δημιουργεί επιπλέον υποψίες. Δίνεται η δυνατότητα στους διορισμένους διοικητές να προβαίνουν σε αυθαίρετες προσλήψεις, “βολεύοντας” έτσι «καθηγητές» της εμπιστοσύνης τους. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την κατήχηση και εκτός σχολής (άρθρο 26: οι φοιτητές των προγραμμάτων ιερατικών σπουδών διαμένουν και σιτίζονται υποχρεωτικώς, σε οικοτροφεία που λειτουργούν με ευθύνη της εκκλησίας), δημιουργούν όλες τις προϋποθέσεις για την πλύση εγκεφάλου των μελλοντικών ιερωμένων.
Το μόνο σημείο ομοιότητας με τα υπόλοιπα ΑΕΙ είναι η χορήγηση ισότιμων πτυχίων (άρθρο 3). Αυτή η διάταξη παρέχει στους απόφοιτους τη δυνατότητα να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για να διεκδικήσουν, για παράδειγμα, δικαίωμα διδασκαλίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να δικαιωθούν πιθανότατα με βάση τη αρχή της ισοπολιτείας. Είναι φανερό πως τότε θα μπορούν να προπαγανδίσουν το δογματισμό τους στη νέα γενιά σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι ήδη συμβαίνει (πρόπερσι είχε κυκλοφορήσει στα σχολεία CD κατά των αμβλώσεων) και να έχουμε φαινόμενα παρόμοια με των ΗΠΑ (άρνηση της θεωρίας του Δαρβίνου).
Ο στόχος των σχολών όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Η «παροχή εκπαίδευσης και η διεξαγωγή έρευνας αντίστοιχης με την πανεπιστημιακή» είναι απραγματοποίητη, αφού προϋποθέτει ακαδημαϊκή ελευθερία και ελεύθερη επιστημονική αναζήτηση. Η αποστολή των ακαδημιών «να αναπτύξουν στους φοιτητές τους πνεύμα ενότητας αγάπης, συνεργασίας με στόχο την ειρηνική και αρμονική συμβίωση σε εθνικό και οικουμενικό επίπεδο», προκαλεί χαμόγελα, αφού οι ιεράρχες, από τους οποίους ουσιαστικά θα διευθύνονται, επανειλημμένα εκφράζουν ρατσιστικά σχόλια και εκφωνούν εθνικιστικούς λόγους, που μονάχα προς την αντίθετη κατεύθυνση οδηγούν.
Εκτός των άλλων, τη στιγμή που η κυβέρνηση υποχρηματοδοτεί την εκπαίδευση και δεν έχει εκπληρώσει τις υποσχέσεις της για αύξηση της χρηματοδότησής της, αποτελεί πρόκληση η δημιουργία και συντήρηση 4 ΑΕΙ για την εξυπηρέτηση της εκκλησιαστικής ηγεσίας, η οποία διευθύνει μια τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία δεν φορολογείται καν. Η προσπάθεια ισχυροποίησης της ιεραρχίας και του εκκλησιαστικού κατεστημένου είναι απαράδεκτη.

ΖΗΤΑΜΕ ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΣΥΡΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ
ΑΝΩΤΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ


Κείμενο ΕΓΚΕΛΑΔΟΥ-Δ.Α.Ρ.Α.Σ Πολιτικων Μηχανικων ΕΜΠ (πηγη:www.ntua.gr/egelados).

Δεν υπάρχουν σχόλια: