Δευτέρα, Ιουλίου 03, 2006

Για την αξιολόγηση

Η ΑΓΟΡΑ ΥΠΕΡΑΝΩ ΟΛΩΝ!

Μια πρώτη κριτική στο σχέδιο νόμου για την Διασφάλιση της Ποιότητας της Ανώτατης Εκπαίδευσης



Μια πρώτη ανάγνωση του σχεδίου νόμου για την «Διασφάλιση της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» αποκαλύπτει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την πολιτική ταύτιση του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας (και) στα θέματα της Παιδείας. Το εν λόγω νομοσχέδιο αποτελεί ουσιαστικά μια αναδιατύπωση του αντίστοιχου νομοσχεδίου που προώθησε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 2003. Οι αλλαγές είναι πραγματικά ελάχιστες και τριτεύουσας σημασίας· το «Εθνικό Συμβούλιο Διασφάλισης και Αξιολόγησης της ποιότητας» μετονομάζεται σε «Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση» (Α.ΔΙ.Π) και έχει τώρα 15 μέλη (έναντι 13)! Κατά τα άλλα εξακολουθεί να είναι μια «ανεξάρτητη αρχή» (τόσο ανεξάρτητη που ο πρόεδρος και τα μέλη της ορίζονται άμεσα ή έμμεσα από το Υπουργείο Παιδείας!) και η ακαδημαϊκή κοινότητα εξακολουθεί να έχει ρόλο κομπάρσου. Οι εκπρόσωποι των φοιτητών παραμένουν δύο (ένας οριζόμενος από την ΕΦΕΕ και ένας οριζόμενος από την ΕΣΕΕ), σε μια προσπάθεια να καθιερωθεί και σε θεσμικό επίπεδο ο δικομματισμός της ΔΑΠ και της ΠΑΣΠ στα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ. Οι δε καθηγητές θα έχουν το ρόλο του θεατή, καθώς η ΠΟΣΔΕΠ (ο συνδικαλιστικός τους φορέας δηλαδή, που τους εκπροσωπεί στις σχέσεις τους με το Υπουργείο Παιδείας και την Κυβέρνηση) δεν αναφέρεται ούτε μια φορά!

Ο κυριότερος άξονας του νομοσχεδίου είναι η κατηγοριοποίηση της αξιολόγησης σε εξωτερική (που διενεργείται από την Α.ΔΙ.Π) και εσωτερική. Η τελευταία διεξάγεται σε επίπεδο τμήματος από την Ομάδα Εσωτερικής Αξιολόγησης (ΟΜ.Ε.Α), που ορίζεται από την Γενική Συνέλευση Τμήματος. Η σύνθεση αυτών των ομάδων είναι ολιγομελής και δικαιούται να συμμετέχει μόνο ένας εκπρόσωπος των προπτυχιακών φοιτητών. Για την πραγματοποίηση της εσωτερικής αξιολόγησης οι ΟΜ.Ε.Α συνεργάζονται με τις Μονάδες Διασφάλισης της Ποιότητας (ΜΟ.ΔΙ.Π), που ορίζονται ανά Ίδρυμα και έχουν και αυτές ολιγομελή σύνθεση (συμμετέχουν ο αντιπρύτανης ακαδημαϊκών υποθέσεων, τρεις καθηγητές, ένας εκπρόσωπος των υπολοίπων εργαζομένων στο Ίδρυμα καθώς και από ένας εκπρόσωπος των προπτυχιακών και των μεταπτυχιακών φοιτητών). Οι ΟΜ.Ε.Α και οι ΜΟ.ΔΙ.Π, αξιολογούν το κάθε τμήμα του ιδρύματος, τουλάχιστον μια φορά στα τέσσερα χρόνια, βάσει των γενικών κατευθύνσεων της Α.ΔΙ.Π.

Πέρα από την όλη γραφειοκρατική λειτουργία (τριών επιπέδων!) που χαρακτηρίζει το εγχείρημα, δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι η μοναδική ουσιαστική διαφοροποίηση του νομοσχεδίου της ΝΔ από το αντίστοιχο του ΠΑΣΟΚ, η εσωτερική αξιολόγηση, είναι προς μια (πολύ) χειρότερη κατεύθυνση. Έχουμε στην πράξη κατάργηση των οργάνων συνδιοίκησης (και κατά συνέπεια της διοικητικής αυτοτέλειας των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ), αφού μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες τους περνάει στα χέρια μικρών και καθόλου αντιπροσωπευτικών ομάδων. Ο θεσμός της γενικής συνέλευσης τμήματος (αλλά και της συγκλήτου) δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα. Μαζί με αυτόν τον θεσμό, πλήγμα δέχεται και η ίδια η συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση των τμημάτων, καθώς στις γενικές συνελεύσεις τμήματος συμμετείχαν αρκετοί φοιτητές (ίσοι με το ένα τρίτο των μελών του σώματος), οι οποίοι δεν «διορίζονταν» σε αυτές τις θέσεις αλλά εκλέγονταν από τις φοιτητικές εκλογές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έκφραση μέσα στα όργανα συνδιοίκησης όλων των πολιτικών απόψεων, συμπεριλαμβανομένων και των κινηματικών απόψεων της φοιτητικής αριστεράς.

Εξίσου σημαντική είναι και η παρατήρηση ότι στα κριτήρια αξιολόγησης των τμημάτων περιλαμβάνονται κάτω από τον γενικόλογο τίτλο «λοιπές υπηρεσίες» και οι πάσης φύσεως υποδομές (κτιριακές, εργαστηριακές) καθώς και ζητήματα που άπτονται της φοιτητικής μέριμνας (σίτιση και στέγαση των φοιτητών). Η κυβέρνηση δηλαδή, με την διαδικασία της αξιολόγησης, απειλεί με χαμηλή βαθμολόγηση τα τμήματα εκείνα τα οποία δεν έχουν υποδομές. Την ίδια στιγμή όμως όχι μόνο δεν εξασφαλίζει κονδύλια για την εκπαίδευση (οι δαπάνες για την παιδεία ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν μακράν οι χαμηλότερες στην Ε.Ε των 15 και επίσης μειώθηκαν και άλλο στον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας) αλλά προβαίνει και στην ασύστολη ίδρυση νέων πανεπιστημιακών τμημάτων σε κάθε κωμόπολη της χώρας, εξυπηρετώντας μικροκομματικές σκοπιμότητες. Τα παραπάνω δεν είναι μια πολιτική σχιζοφρένειας αλλά πολύ προσεγμένες κινήσεις, προπομποί της αλλαγής του Συντάγματος και κατάργησης του δημόσιου χαρακτήρα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το κράτος αποδεσμεύεται ολοένα και περισσότερο από την υποχρέωση του να χρηματοδοτεί την εκπαίδευση και το κενό που μένει θα κλιθούν να το καλύψουν τα ίδια τα ιδρύματα (με χρηματοδοτήσεις από τον ιδιωτικό τομέα) και με την επιβολή διδάκτρων στους φοιτητές. Έχει αρχίσει δηλαδή να φαίνεται στην πράξη ότι η διαβόητη έννοια του «μη-κρατικού» πανεπιστημίου ταυτίζεται στην πράξη με την έννοια της ιδιωτικοποίησης των κρατικών πανεπιστημίων.

Πέρα από αυτές τις επιμέρους πλευρές, είναι ανάγκη να τονιστεί ότι η ίδια η έννοια της αξιολόγησης είναι ένα ζήτημα βαθιά πολιτικό και όχι τεχνοκρατικής φύσεων (οπότε αρκεί μια σχετική γραφειοκρατία των επιτροπών για να το λύσει). Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται είναι με ποια κριτήρια και με πιο σκεπτικό θα γίνεται η αξιολόγηση. Αυτήν την απάντηση αποφεύγει επιμελώς να την δώσει το νομοσχέδιο, καθώς μεταβιβάζει την πολιτική ευθύνη στο Α.ΔΙ.Π. Παρότι τα μέλη του θα επιλέγονται από το Υπουργείο Παιδείας (υλοποιώντας προφανώς την κυβερνητική πολιτική), εντούτοις σημαντικό είναι το γεγονός ότι την πολιτική της εκπαίδευσης καλούνται να την εφαρμόσουν άνθρωποι με μοναδικό προσόν τους την «εμπειρία σε θέματα διασφάλισης της ποιότητας», οι οποίοι δεν έχουν εκλεγεί από πουθενά (κάποιοι δεν πρόκειται να είναι καν μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας) και προφανώς θα λογοδοτούν μόνο σε αυτούς που τους διόρισαν. Λαμβάνοντας υπόψη την διεθνή εμπειρία και τον τρόπο που λειτουργούν αντίστοιχες επιτροπές σε χώρες του εξωτερικού, διαπιστώνεται εύκολα ότι τα κριτήρια αξιολόγησης είναι πλήρως εναρμονισμένα με την εμπορευματοποίηση που προωθεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις της κ. Sally Hunt, επικεφαλής της ομοσπονδίας των Πανεπιστημιακών Καθηγητών στην Αγγλία, η οποία σε συνέντευξη της (The Guardian, 21/04/2005) δηλώνει ότι η εφαρμογή της αξιολόγησης εκεί είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία τμημάτων ελίτ (στα οποία εγγραφόταν η αφρόκρεμα των καθηγητών) και το κλείσιμο άλλων.

Πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι τα κριτήρια αξιολόγησης είναι τελείως υποκειμενικά, πράγμα που οφείλεται στην αντίληψη που έχει ο κάθε πολιτικός χώρος για την εκπαίδευση. Έτσι, η ολοένα και μεγαλύτερη σύνδεση πανεπιστημίου και αγοράς είναι ένα ιδιαίτερα αρνητικό φαινόμενο για την αριστερά (που υπερασπίζεται ένα ανθρωπιστικό κοινωνικό πρόταγμα, δίνοντας έμφαση στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και της κοινωνίας), ενώ αντίθετα είναι ένα επιδιωκόμενο για την κυβέρνηση και τις παρατάξεις του δικομματισμού (ΔΑΠ και ΠΑΣΠ), οι οποίες δίνουν έμφαση στην ιδιωτική πρωτοβουλία και στο κέρδος των εργοδοτών.

Όσον αφορά την ίδια την διαδικασία της αξιολόγησης, οι εξατομικευμένες ανώνυμες καταγραφές εθίζουν τον φοιτητή σε μια νοοτροπία πελάτη/«χρήστη υπηρεσιών», οπού «αξιολογεί» την διαδικασία σαν να ήτανε το οποιοδήποτε εμπόρευμα. Ακόμα και οι επιλογές αξιολόγησης του φοιτητή θα είναι σε περιορισμένα πλαίσια από τα οποία δεν θα μπορεί να «ξεφύγει» (όπου έχει εφαρμοστεί μέχρι στιγμής, πρόκειται για την βαθμονόμηση διαφόρων πλευρών του μαθήματος σε μια κλίματα από το 0 ως το 10). Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι καμία συλλογική διαδικασία αξιολόγησης, π.χ μέσω των συνδικαλιστικών οργάνων των φοιτητών και των καθηγητών, δεν προβλέπεται από το νομοσχέδιο!

Το συμπέρασμα της παραπάνω ανάλυσης είναι ότι η νεοφιλελεύθερη επίθεση στην εκπαίδευση γενικεύεται, προσπαθώντας να αλλάξει άρδην το ρόλο και το ύφος του πανεπιστημίου. Η υποταγή στα κελεύσματα της αγοράς βαφτίζεται ως «αξιολόγηση». Απέναντι σε αυτή την προοπτική απαιτείται η ανάπτυξη ενός αγωνιστικού φοιτητικού κινήματος, το οποίο σε συνεργασία με τις υπόλοιπες προοδευτικές δυνάμεις της ακαδημαϊκής κοινότητας, θα βάλει φρένο στις αλλαγές. Πρέπει να ανοίξει ένας διάλογος μέσα από τις μέχρι τώρα κεκτημένες συλλογικές διαδικασίες της ακαδημαϊκής κοινότητας (ΓΣ Φοιτητών-ΔΕΠ, όργανα συνδιοίκησης) τις οποίες οφείλουμε να περιφρουρήσουμε και να διευρύνουμε με αύξηση της εσωτερικής δημοκρατίας και του ρόλου των φοιτητών.



Σύστημα Μεταφοράς και Συσσώρευσης Πιστωτικών Μονάδων και στο Παράρτημα Διπλώματος



Μαζί με το νομοσχέδιο για την αξιολόγηση, συμπεριλαμβάνεται και η πρόταση για υιοθέτηση του συστήματος των πιστωτικών μονάδων (European Credit Transfer System) και του παραρτήματος του διπλώματος. Έτσι πλέον ένα ακαδημαϊκό έτος θα αποτιμάται για τον κάθε φοιτητή στα 60 credits (από 30 σε κάθε εξάμηνο), τα οποία θα του απονέμονται ανάλογα με τα μαθήματα που έχει επιλέξει, τις εργασίες που έχει κάνει κ.ο.κ. Τα credits αυτά, μαζί με τις αντίστοιχες επιλογές του κάθε φοιτητή, θα καταγράφονται στο Παράρτημα του Διπλώματος, το οποίο προφανώς θα είναι διαφορετικό για κάθε φοιτητή. Στόχος των αλλαγών αυτών είναι η επίτευξη της «κινητικότητας» των φοιτητών, οι οποίοι θα μπορούν να επιλέγουν μαθήματα από διαφορετικά ιδρύματα (ακόμα και από διαφορετικές χώρες). Μπορεί η έννοια της ακαδημαϊκής κινητικότητας να είναι μια εν γένει θετική έννοια, δεν μπορεί ωστόσο να γίνεται με την λογική του super market, όπου ο «πελάτης»/φοιτητής θα ψωνίζει από τα ράφια τα μαθήματα με τα περισσότερα credits. Εξάλλου, στις χώρες όπου έχει εφαρμοστεί το σύστημα των πιστωτικών μονάδων, οι φοιτητές έχουν επιδοθεί σε ένα ανελέητο κυνήγι credits, όπου οι επιλογές των μαθημάτων ή των εργασιών που κάνουν δεν γίνονται με κριτήρια γνώσης, αλλά με βάσει τον αριθμό των πιστωτικών μονάδων που μπορούν να «κερδιθούν». Έτσι όμως χάνεται η λογική συνέχεια των προγραμμάτων σπουδών και η ακαδημαϊκότητα του χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Αυτό, αν συνδυαστεί και με το Παράρτημα Διπλώματος, οδηγεί στην επιβολή των εξατομικευμένων πτυχίων, που σημαίνει, πέρα των προαναφερόμενων, κατάργηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων που συνεπάγονταν τα ενιαία πτυχία. Κατάργηση των ενιαίων πτυχίων όμως σημαίνει ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ εργαζομένου-εργοδοσίας και άρα εισαγωγή μας στην αγορά υπό πολύ δυσμενείς όρους.



Να αποσυρθεί το νομοσχέδιο!

Όχι στην υποταγή των σχολών στις ανάγκες τις αγοράς!

Η εκπαίδευση δεν είναι εμπόρευμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: